ἠοῖοι

ἑῷος
in or of the morning
masc/fem nom/voc pl
ἠοῖος
in or of the morning
masc nom/voc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Λοκροί — Οι αρχαίοι κάτοικοι της Λοκρίδας. Όπως φαίνεται από τη γλώσσα τους, οι Λ. ήταν κράμα βορειοδυτικών ελληνικών φύλων, που κατέβηκαν από τα Β και έφτασαν μέχρι την οροσειρά της Πίνδου. Εκεί χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: η μία, αφού ακολούθησε τη… …   Dictionary of Greek

  • Σοκηκράτης — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Έλληνας κωμωδιογράφος, που έζησε στους αλεξανδρινούς χρόνους. Έργα του η Παρακαταθήκη και ο Φιλάδελφος. 2. Έλληνας ιστορικός συγγραφέας από τη Ρόδο, που έζησε τον lo π.Χ. αι. Έγραψε Φιλοσόφων διδαχάς σε τρία βιβλία… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.